γονάτιον

γονᾰτ-ιον, τό, Dim. of γόνυ, Heliod. ap. Orib. 48.66.3, Ruf. ap. eund.49.34.1, POxy.52.17 (iv A. D.).
2 hip-joint, groin, Luc.Asin.10, cf. Ph.2.479, Sch.Nic.Th.541, Ptol.Alm.8.1, etc.
II = γύης 1, Procl.ad Hes.Op.425, Et.Gud.
III knot or joint of a reed, Tz.H.7.741.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γονάτιον — hip joint neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονατίοις — γονάτιον hip joint neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονατίου — γονάτιον hip joint neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονατίων — γονάτιον hip joint neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονάτια — γονάτιον hip joint neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονάτιο — το (AM γονάτιον) [γόνυ] μικρό γόνατο νεοελλ. ψευδογνώμονας μσν. 1. κόμπος καλαμιού 2. μέρος τής πανοπλίας που καλύπτει το γόνατο αρχ. 1. γοφός 2. ο γύης, το καμπύλο ξύλο τού αλετριού όπου προσαρμοζόταν το υνί …   Dictionary of Greek

  • μεσογονάτιο — και μεσογόνιο και μεσογόνο, το (Α μεσογονάτιον και μεσογόνιον) (για φυτά) το τμήμα τού βλαστού το οποίο βρίσκεται ανάμεσα σε δύο διαδοχικά γόνατα ή σημεία πρόσφυσης τών φύλλων. [ΕΤΥΜΟΛ. < μεσ(ο) * + γονάτιον] …   Dictionary of Greek

  • παραγονάτιον — τὸ, Μ το διάστημα μεταξύ δύο κόμβων ή γονάτων τού καλαμιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + γονάτιον (< γόνυ, ατος)] …   Dictionary of Greek

  • υπογονάτιο — το / ὑπογονάτιον, ΝΜ 1. το μαξιλάρι ή το χαλάκι που τοποθετείται για να γονατίζει κάποιος όταν προσεύχεται 2. εκκλ. ένα από τα άμφια, το επιγονάτιο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + γονάτιον (< γόνυ, ατος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.